Ο Γλάρος

«Υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς καινοτόμοι: Εκείνοι που φέρνουν κάτι το καινούργιο. Το καινούργιο παλιώνει. Και υπάρχουν εκείνοι που φέρνουν κάτι το ανεπανάληπτο. Απ’ αυτούς ο Τσέχωφ.»

Άγγελος Τερζάκης

Τσέχωφ Α. (1986), Ο Γλάρος – Θείος Βάνιας – Πρόταση Γάμου – Η Αρκούδα, Αθήνα: Δωδώνη, Μετάφραση: Λυκούργος Καλλέργης (Τόμος Α’)

Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί τον πρώτο τόμο από τους δύο που είναι αφιερωμένοι στο έργο του Άντον Τσέχωφ (1860-1904) και κυκλοφορούν από τη σειρά Παγκόσμιο Θέατρο των εκδόσεων Δωδώνη. Δύο μονόπρακτα και δύο έργα σε τέσσερις πράξεις, τα μεν απ’ την πρώιμη και τα δε απ’ τη δραματουργικά ώριμη περίοδο του συγγραφέα, έχουν σταχυολογηθεί για να αποκτήσει ο αναγνώστης μια όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη φύση της τσεχωφικής δραματουργίας. Η εξαιρετική μετάφραση του Λυκούργου Καλλέργη είναι αποτέλεσμα της πολύχρονης εξοικείωσής του με το έργο του Τσέχωφ, αφού πρωταγωνίστησε σ’ έναν μεγάλο αριθμό παραστάσεων τόσο για το σανίδι (Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν) όσο και για την τηλεόραση (ΥΕΝΕΔ, ΕΡΤ). Ο ίδιος ανέλαβε τη συγγραφή της εισαγωγής η οποία, βέβαια, επικεντρώνεται σε πραγματολογικά στοιχεία και δεν φέρει ιδιαίτερους μεταφραστικούς προβληματισμούς. Είναι όμως ιδανική για όποιον θέλει να μάθει για το ιστορικό και φιλολογικό υπόβαθρο του συγγραφέα.

Ο Τσέχωφ έφερε έναν νέο αέρα στο ρωσικό θέατρο, σε μια περίοδο κατά την οποία είχε επέλθει σε τέλμα. Ήταν ο πρώτος (μαζί με τον Ίψεν, στη Νορβηγία) που άλλαξε ριζικά τη δραματουργία: ενώ ως τότε τα θεατρικά έργα εκτυλίσσονταν γύρω από ένα μοναδικό γεγονός και μια-δυο πρωταγωνιστικές φιγούρες, ο Τσέχωφ μετατόπισε το βάρος σε έναν ολόκληρο θίασο, όπου κάθε χαρακτήρας μετράει εξίσου. Μετατρέποντας το σανίδι σε μικρογραφία της κοινωνίας, καταπιάστηκε με τον ίδιο τον άνθρωπο, τους φόβους, τις επιθυμίες και τις αδυναμίες του: «Δεν υπάρχουν συνταραχτικά γεγονότα. Φαινομενικά μας παρουσιάζεται η απλή καθημερινή ζωή που κυλάει. «Αυτή η ανιαρή, κουτή, βρώμικη, ρούσικη επαρχιακή ζωή» της εποχής εκείνης.» (σελ.19).

Ο «Γλάρος», το τρίτο πολύπρακτο έργο του, γράφτηκε το 1895 και το πρώτο του θεατρικό ανέβασμα στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Πετρούπολης, το 1896, ήταν σκέτη αποτυχία! Παρά τον αξιόλογο θίασο, οι ηθοποιοί, προσκολλημένοι στο θέατρο που γνώριζαν, δεν κατάλαβαν πώς έπρεπε να αποδώσουν τα λόγια, με αποτέλεσμα την έντονη αποδοκιμασία του κοινού και των κριτικών,  η οποία έθλιψε βαθύτατα τον Τσέχωφ. Με πολύ κόπο έπεισε ο Στανισλάφσκι τον συγγραφέα να του επιτρέψει να σκηνοθετήσει εκ νέου τον Γλάρο, για το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και ο θρίαμβος της παράστασης αυτής, τον καθιέρωσε μια για πάντα στον χάρτη της δραματουργίας.

Υπόθεση:
Σ’ ένα αγρόκτημα της ρωσικής επαρχίας μπλέκονται οι ζωές ανθρώπων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις: μια πάλαι ποτέ σπουδαία ηθοποιός, ένας νεαρός με ρηξικέλευθες συγγραφικές ιδέες που δεν βρίσκουν ανταπόκριση απ’ το κοινό, ένας πετυχημένος συγγραφέας παλαιάς κοπής και μια νεαρή κοπέλα με όνειρο να γίνει ηθοποιός είναι μόνο μερικοί απ’ τους χαρακτήρες του έργου. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, υπαρξιακές ανησυχίες και κοινωνικοί προβληματισμοί δημιουργούν αυτό το συνονθύλευμα με «πολλή συζήτηση περί λογοτεχνίας, λίγη δράση και πέντε τόνους έρωτα», σύμφωνα με τον ίδιο τον Τσέχωφ.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s