Θείος Βάνιας

«Υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς καινοτόμοι: Εκείνοι που φέρνουν κάτι το καινούργιο. Το καινούργιο παλιώνει. Και υπάρχουν εκείνοι που φέρνουν κάτι το ανεπανάληπτο. Απ’ αυτούς ο Τσέχωφ.»

Άγγελος Τερζάκης

Τσέχωφ Α. (1986), Ο Γλάρος – Θείος Βάνιας – Πρόταση Γάμου – Η Αρκούδα, Αθήνα: Δωδώνη, Μετάφραση: Λυκούργος Καλλέργης (Τόμος Α’)

Το τέταρτο πολύπρακτο έργο του Τσέχωφ, ο Θείος Βάνιας (Дядя Ваня), γράφτηκε το 1897, δέκα χρόνια μετά από την πρώτη απόπειρα του συγγραφέα να αποτυπώσει την επαρχιακή ζωή σε τέσσερις πράξεις, καθώς βασίστηκε στο έργο του Δαίμονας του Δάσους (Леший, 1889) που δεν ανέβηκε ποτέ στο σανίδι. Οι αλλαγές που πραγματοποίησε ο Τσέχωφ δεν είναι μικρές: εξάλειψε μια αυτοκτονία, μια ντουζίνα πρωταγωνιστές κι άλλαξε ακόμα και το φινάλε της ιστορίας. Μιας ιστορίας γραμμικής, με ανύπαρκτες διακυμάνσεις και μία ψευδο-κλιμάκωση λίγο πριν το τέλος, η οποία αποβαίνει άκαρπη.

Το έργο διαδραματίζεται σ’ ένα αγρόκτημα του οποίου μόνιμοι κάτοικοι είναι ο Θείος Βάνιας, η μητέρα του Μαρία Βασίλιεβνα κι η ορφανή από μάνα ανιψιά του Σόνια. Ο Άστρωφ, γιατρός της επαρχίας και φίλος της οικογένειας, τους επισκέπτεται για να συζητά με τον φίλο του, Βάνια, για την ζωή στην επαρχία. Η άφιξη του πατέρα της Σόνιας και συνταξιούχου καθηγητή Σερεμπριακώφ μαζί με τη νεαρή κι εξαιρετικά όμορφη σύζυγό του, Ελένα, προκαλεί μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι. Οι αστοί επισκέπτες ταράζουν τη γαλήνη της οικείας επιβάλλοντας τις δικές τους συνήθειες στους οικοδεσπότες, ενώ η παρουσία της Ελένα δεν περνά απαρατήρητη καθώς γοητεύει βαθύτατα τους δύο φίλους και φέρνει στην επιφάνεια τις μύχιες ανησυχίες τους.

Όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες του έργου ταλαιπωρούνται απ’ τη σκέψη πως η ζωή τους πήγε χαμένη. Ο Θείος Βάνιας, θαμπωμένος απ’τις γνώσεις του Σερεμπριακώφ, πέρασε ουσιαστικά όλη του τη νιότη δουλεύοντας σκληρά για να τον συντηρεί, μόνο για να καταλάβει εν τέλει πως ο καθηγητής δεν ήταν ο διανοούμενος που όλοι νόμιζαν. Ο Άστρωφ αφιέρωσε τη ζωή του στους ασθενείς του και πλέον νιώθει ανήμπορος να αγαπήσει, αποξενωμένος απ’ τους γύρω κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Κι οι γυναίκες; Η Ελένα παντρεύτηκε τον καθηγητή νομίζοντας πως τον αγαπά πραγματικά, για να βρεθεί δέκα χρόνια μετά εγκλωβισμένη σε μια δυστυχισμένη σχέση, η Σόνια είναι ερωτευμένη με τον γιατρό ο οποίος αδιαφορεί τόσο για εκείνη, που δεν έχει καν αντιληφθεί τα συναισθήματά της κι η μητέρα Μαρία, χήρα από καιρό, περνά τον χρόνο της με το κεφάλι χωμένο σε κάποια μπροσούρα.

Το 1897 ο Τσέχωφ γράφει για ένα σύνολο ατόμων βαθύτατα απογοητευμένων απ’ τη ζωή που προτιμάνε να συντηρούν την τραγική καθημερινότητά τους, παρά να προσπαθήσουν να την αλλάξουν. Άνθρωποι που κατηγορούν ο ένας τον άλλον διαρκώς, αρνούμενοι να αναλάβουν την οποιαδήποτε ευθύνη. Σ’ ολόκληρο το έργο διαβάζουμε μία συγγνώμη (στην πιο φωτεινή στιγμή της δράσης) κι ούτε ένα ευχαριστώ. Έργο πικρό, όπως αρμόζει στις κωμικοτραγικές αφηγήσεις, με τις αλήθειες που περιγράφει να είναι πιο σύγχρονες από ποτέ.

Διορατικός όπως πάντα, ο Τσέχωφ εκφράζει όλες του τις ανησυχίες σχετικά με την εκβιομηχάνηση του τόπου του μέσα απ’ τα λόγια του γιατρού και τις Σόνιας. Συγκλονιστικοί μονόλογοι που περιγράφουν την καταστροφή των δασών της Ρωσίας και τους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από την βιομηχανοποίηση των αγροτικών περιοχών σ’ ένα θεατρικό που γράφτηκε 120 χρόνια πριν αλλά μοιάζει να γράφτηκε σήμερα.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s